Ιστορία Γραφικών Τεχνών

Παρά την πληθώρα των έργων που γράφτηκαν για την ιστορία της τυπογραφίας, δεν κατορθώθηκε ακόμη να χυθεί πλήρως φως, ούτε για το όνομα του εφευρέτη, ούτε για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε αυτή η θαυμαστή εφεύρεση. Μέχρι πριν κάποιο καιρό, ο Γουτεμβέργιος συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες για την διεκδίκηση της τιμής. Νεότερες όμως έρευνες των ιστορικών κλόνισαν την αντίληψη αυτή.

Η αναπαραγωγή κειμένων ήταν γνωστή στην Κίνα από αρχαιοτάτων χρόνων. Χρησιμοποιούνταν λίθινες και αργότερα κατά τον ΣΤ΄ αιώνα μ.χ. , ξύλινες πλάκες με χαραγμένα τα γράμματα του κειμένου. Ο πρώτος που επινόησε την κατασκευή κινητών στοιχείων είναι ο Κινέζος σιδηρουργός Πι Τσενγκ το 1041. Η εφεύρεσή του όμως δεν γενικεύθηκε ίσως λόγω της μεγάλης ποικιλίας των γραμμάτων του κινεζικού αλφαβήτου.

Είναι άγνωστο αν η εφεύρεση αυτή διαδόθηκε κατόπιν και σε άλλες χώρες. Οι πρώτοι που χρησιμοπoίησαν την τυπογραφία με κινητά στοιχεία στην Ευρώπη, εργάζονταν κρυφά και με τρόπο εντελώς μυστικό. Εξάλλου, προσπαθούσαν να δώσουν στα βιβλία που τύπωναν όψη χειρογράφου που είχε μεγαλύτερη αξία πώλησης. H Τυπογραφία, δηλαδή, ξεκίνησε σαν μία πράξη λαθρεμπορίου, μια προσπάθεια εξαπάτησης του κοινού και πλαστογραφία των κειμένων. Γι΄ αυτό δεν ανέφεραν ποτέ τον τόπο και την ημερομηνία που εκτελέστηκε η συγκεκριμένη εργασία. Τώρα πια τα πρωτία τα διεκδικούν ο Γερμανός Ιωάννης Γουτεμβέργιος από τη Μαγεντία (1450) και ο Ολλανδός Λαυρέντιος Κόστερ από το Χάρλεμ. Το αρχαιότερο, κατά τους βιβλιογράφους, έργο που τυπώθηκε με κινητά στοιχεία είναι το «Speculum humanae salvationis». Αυτό, είτε τυπώθηκε στο Χάρλεμ είτε σε άλλη πόλη της Ολλανδίας, το βέβαιο είναι ότι αποτελεί αρχαιότερο κείμενο από κάθε άλλο που τυπώθηκε στη Μαγεντία (μεταξύ του 1426 και 1440). Φαίνεται ότι η εφεύρεση της τυπογραφίας δεν ανήκει ούτε σε κάποια συγκεκριμένη χρονολογία ούτε σε κάποιο συγκεκριμένο λαό. Αποδίδεται, όμως, στον Γουτεμβέργιο η δόξα της εφεύρεσης της μεταλλικής μήτρας και του πιεστηρίου. Αυτός δηλαδή τελειοποίησε τα μέσα που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε.

Έκτοτε, η τυπογραφία διαδόθηκε ταχύτατα συνεχώς τελειοποιούμενη. Στα τέλη του ΙΕ΄ αιώνα λειτουργούν πάνω από 230 τυπογραφεία στη Βενετία. Αυτή η πληθώρα των τυπογραφείων προκάλεσε μεγάλο ανταγωνισμό στην τελειοποίηση των μηχανικών μέσων και των εκδόσεων. Γι’ αυτό την εποχή αυτή οι εκδόσεις της Βενετίας θεωρούνταν από τις τελειότερες και από τις καλλιτεχνικότερες και είχαν γίνει περιζήτητες σε όλες τις χώρες.

Μεταξύ των πρώτων χαρακτών τυπογραφικών στοιχείων, αναφέρονται ο Πέτρος Σαίφφερ, ο Νικόλαος Ζανσόν, ο οποίος χάραξε τα καλούμενα Romain, λέξη η οποία παρέμεινε στο χρόνο σαν ονομασία των «όρθιων» στοιχείων, και ο Φραγκίσκος ντα Μπολώνια, ο οποίος δια της απομιμήσεως του γραφικού χαρακτήρος του Πετράρχη, δημιούργησε τα καλούμενα στοιχεία Italique, λέξη που παρέμεινε σαν δηλωτική των «πλαγίων» ή αλλιώς «κυρτών» στοιχείων. Ακολουθούν κατόπιν οι Le Be, Sanlecque, Elzevier, Plantin, Granjon, Moreau, Λουδοβίκος Luce, χαράκτης του Λουδοβίκου ΙΕ΄, ο Kourmier ο νεώτερος, ο δημιουργός των διακοσμημένων γραμμάτων, η οικογένεια των Didot, ο Jacquemam, ο Legrand και άλλοι.

Εξαιτίας της τουρκικής κυριαρχίας η τυπογραφία εισήχθη στην Ελλάδα μόλις στις αρχές του 19ου αιώνος. Τα λειτουργικά, τα επιστημονικά και τα φιλολογικά βιβλία που είχαν ανάγκη μέχρι την εποχή εκείνη τυπώνονταν στην Βενετία στο τυπογραφείο του Νικόλαου Γλυκή, στη Βιέννη ή στο Παρίσι.

Οι πρώτοι ελληνικοί χαρακτήρες που χρησιμοποιήθηκαν σχεδιάστηκαν και χαράχθηκαν στην Ιταλία. Τα καλύτερα ελληνικά στοιχεία τον 15ο αιώνα, θεωρούνται αυτά του Nikolas Jenson. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο που τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476 , είναι η «Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών» του Κ. Λάκαρη. Τους τυπογραφικούς χαρακτήρες δημιούργησε ο Δημήτριος Δαμιλάς, γνωστός ως Δημήτριος ο Κρής ή Δημήτριος ο Μεδιολανεύς. Ο ¶λδος Μανούτιος, την ίδια εποχή σχεδιάζει για το τυπογραφείο του χαρακτήρες που είχαν σαν πρότυπο το σύγχρονο τρόπο της ελληνικής γραφής που φυσικά δεν ήταν το ιδανικότερο πρότυπο για τα πρώτα ελληνικά στοιχεία. Η γραφή αυτή, αποτελούνταν από πολλά συμπλέγματα και βραχυγραφίες, πράγμα που αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για τη διάδοση και τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας. Οι επιλογές του Μανούτιου επέδρασαν στην εξέλιξη της ελληνικής τυπογραφίας και την επηρέασαν για δύο τουλάχιστον αιώνες.
Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης χάραξε στο τέλος του 15ου αιώνα στοιχεία πιο κομψά και πιο ευανάγνωστα από αυτά του Δαμιλά και του ¶λδου Μανούτιου. Τα στοιχεία όμως που καθόρισαν την ελληνική τυπογραφία τον 16ο αιώνα είναι τα περίφημα Ελληνικά του Βασιλέως (grecs du roi) του Claude Garamont (1480 - 1561). O Garamont, (ένας από τους μεγαλύτερους χαράκτες δημιουργούς τυπογραφικών στοιχείων της εποχής του, έχει χαράξει και τους φημισμένους λατινικούς χαρακτήρες του 16ου αιώνα Romain de l’ Universite) ως πρότυπο, χρησιμοποίησε το γραφικό χαρακτήρα του φημισμένου έλληνα καλλιγράφου της αυλής του Φραγκίσκου του Α΄, του κρητικού ¶γγελου Βεργίκιου. Τα κυρτά αυτά στοιχεία άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση στη διάδοση της ελληνικής τυπογραφίας τους δύο επόμενους αιώνες. Προς το τέλος του 17ου αιώνα οι Ολλανδοί άρχισαν να πειραματίζονται με ελληνικά στοιχεία χωρίς συμπλέγματα. Λίγο αργότερα ο John Baskerville (1706-1777) χάραξε στοιχεία για το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ και άλλοι τυπογράφοι ακολούθησαν τη νέα μόδα. Έτσι, η ελληνική τυπογραφία, με τον Bodoni (Ιταλία 18ος αιώνας) και τον Ditot στη Γαλλία (αρχές 19ου αιώνα), άρχισε να παίρνει τη μορφή που έχει σήμερα.

Το πρώτο τυπογραφείο που ιδρύθηκε στην Ελλάδα είναι αυτό που εγκαταστάθηκε στη Χίο με τυπογραφικό υλικό που έστειλε από το Παρίσι ο Αμβρόσιος - Φιρμίνος Διδώτος (Ambroise - Firmin Didot). Από αυτό το τυπογραφείο εκδόθηκε το 1821 η «Ελληνική Γραμματική» σε δημοτική γλώσσα του καθηγητή Βάμβα. Το τυπογραφείο αυτό καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1822. Το τυπογραφείο που είχε εγκαταστήσει στις Κυδωνίες ο Κωνσταντίνος Ντόμβρας υπέστη την ίδια τύχη στις 15 Αυγούστου του προηγούμενου έτους. Το 1822 ο Didot δώρισε στην Ελλάδα νέο τυπογραφικό υλικό. Ήθελε να εγκαταστήσει το νέο τυπογραφείο στην Αθήνα αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. Το τυπογραφείο αυτό εγκαταστάθηκε στην Ύδρα όπου τυπώθηκε το 1824 η εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου». Μετά μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο. Το ίδιο έτος η επιτροπή των φιλελλήνων του Λονδίνου έστειλε νέα τυπογραφεία στο Μεσολόγγι και την Αθήνα. Το τελευταίο καταστράφηκε από τους Τούρκους στις 27 Μαϊου του 1827 κατά την άλωση της πόλης και επανιδρύθηκε το 1834 από τον Ανδρέα Κορομηλά που είχε μάθει από τον Didot την τυπογραφική τέχνη.

Η κατασκευή ενός τυπογραφικού στοιχείου περιλαμβάνει τρεις φάσεις: 1) Την χάραξη, 2) Τη δημιουργία της μήτρας, 3) Το χύσιμο. Από τα μέσα του 19ου αιώνος εφευρέθηκαν οι πρώτες στοιχειοχυτικές μηχανές που κατασκευάζουν στοιχεία έτοιμα για το τυπογραφείο σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Μετά εφευρέθηκαν οι λινοτυπικές και κυρίως οι μονοτυπικές μηχανές οι οποίες κατασκευάζουν διαρκώς νέα στοιχεία την ώρα της στοιχειοθεσίας κι έτσι τα εργοστάσια που παρήγαγαν τυπογραφικά στοιχεία περιορίζονται στη χάραξη και την κατασκευή των μητρών για τις λινοτυπικές και μονοτυπικές μηχανές. Πολύ αργότερα, στον αιώνα μας, οι φωτοστοιχειοθετικές μηχανές παράγουν εκατομμύρια στοιχεία την ώρα κατευθείαν στοιχειοθετημένα πάνω σε φίλμ, έτοιμα προς εκτύπωση, για τα μοντέρνα τυπογραφεία offset. Τώρα, με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σχεδιάζονται ακόμη πιο τέλειοι χαρακτήρες και η στοιχειοθεσία γίνεται στις οθώνες με μεγάλη ελευθερία στις αλλαγές και διορθώσεις, καθώς και στην αποθήκευση των στοιχειοθετημένων κειμένων για μελλοντική χρήση.

Ακόμη, με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές δίνεται η δυνατότητα σελιδοποίησης με ένθεση σχεδίων και εικόνων σε ψηφιακή μορφή, δημιουργώντας έτσι μια ηλεκτρονική σελίδα, στην τελική μορφή που θα τυπωθεί.


Τα παραπάνω στοιχεία αντλήθηκαν από την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Πυρσός) και το βιβλίο του Τάκη Κατσουλίδη: "Το σχέδιο του γράμματος" (Εκδόσεις Καστανιώτη)